Μείωση της τάξης του 20% έως 25% στα δημοτικά τέλη για επιχειρήσεις εστίασης, καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος και στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις εξετάζει η διοίκηση του Δήμου Καβάλας. Όπως δήλωσε ο αντιδήμαρχος Οικονομικών, Γιάννης Προμούσας, η σχετική πρόταση βρίσκεται στο πλαίσιο κατάρτισης του νέου προϋπολογισμού, με τις οριστικές αποφάσεις να αναμένονται στις αρχές Νοεμβρίου. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η βελτίωση των οικονομικών του δήμου δημιουργεί περιθώρια ελάφρυνσης των επαγγελματιών, ενώ αναφέρθηκε και στις προοπτικές περαιτέρω μειώσεων μέσω της ενεργειακής κοινότητας.
«Είχαμε μία πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τους εκπροσώπους της ΟΕΒΕ Καβάλας, συζητήθηκαν πολλά και ενδιαφέροντα θέματα που αφορούν τον κλάδο τους, προβλήματα, θέματα φορολογικού ενδιαφέροντος και φυσικά ένα θέμα που τους απασχολούσε είναι και τα τέλη. Εκεί υπήρχε βέβαια και σχετικό αίτημα αλλά ήταν και μία συζήτηση που είχε γίνει ήδη με το δήμαρχο μεταξύ εμού και του δημάρχου στο πλαίσιο της κατάρτισης του προϋπολογισμού και μου είχε ζητήσει ο δήμαρχος να εξετάσω κατά πόσο υπάρχει ο δημοσιονομικός χώρος ώστε να υπάρξει μία μείωση και σε αυτό το κλάδο των επαγγελματιών.
«Να θυμίσω ότι πέρυσι υπήρχε ήδη μία μείωση στον κλάδο των εμπόρων στα δημοτικά τέλη και τώρα εξετάζουμε το πολύ πιθανό πλέον ενδεχόμενο να υπάρχει και μία μείωση στο χώρο της εστίασης, των καταστημάτων υγειονομικό ενδιαφέροντος και στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις. Η μείωση εκτιμάται ότι θα είναι γύρω στο 20 με 25%, νεότερα θα έχουμε μόλις ολοκληρωθεί η κατάρτιση του προϋπολογισμού, εκτιμώ ότι αρχές Νοεμβρίου θα έχουμε και τα τελικά αποτελέσματα δεδομένου ότι περιμένουμε να πάρουμε οικονομικά στοιχεία εσόδων έως τις 31 Οκτωβρίου, γενικότερα είμαστε σε φάση κατάρτισης του προϋπολογισμού οπότε σύντομα θα έχουμε το τελικό αποτέλεσμα».
«Προφανώς και εμείς προσπαθούμε σε κάθε περίπτωση πλέον από τη στιγμή που έχουμε ισορροπήσει αρκετά τα οικονομικά του δήμου να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στα αιτήματα των επαγγελματιών αντιλαμβανόμενοι το μεγάλο πρόβλημα που υπάρχει στο λειτουργικό κόστος μιας επιχείρησης που δεν έχει να κάνει μόνο με την προμήθεια των πρώτων υλών, έχει να κάνει με την ενέργεια, με τα καύσιμα, έχει να κάνει με την πολύ ψηλή φορολόγηση, ζητήματα που τα γνωρίζουμε και εγώ προσωπικά τα γνωρίζω και λόγω του επαγγέλματος μου οπότε πραγματικά είμαστε θετικοί προς αυτή κατεύθυνση. Πρέπει να σας πω βέβαια ότι κανείς δεν θέλει να είναι δυσάρεστος προς τους πολίτες και να τους επιβαρύνει με δημοτικά τέλη, ήταν μία ενέργεια που έπρεπε να κάνουμε και θεωρώ ότι κάναμε την κατάλληλη στιγμή και ήμασταν από τους πρώτους δήμους που αντιληφθήκαμε το τεράστιο πρόβλημα που θα αντιμετωπίζαμε στη συνέχεια, αναφέρομαι στα ανταποδοτικά σε μία αύξηση που υπήρξε τότε και πρέπει να τονίσω εδώ ότι ουσιαστικά επαναφέραμε τα τέλη στην αρχική τους μορφή και εκεί δώσαμε πάνω μια αύξηση γιατί θεωρώ ότι ήταν άστοχη η τότε μείωση από την αντιπολίτευση.
«Αυτή τη στιγμή υπάρχει μία πολύ υγιής κατάσταση στα οικονομικά του δήμου από και πέρα μπορώ να πω ότι είμαστε σε θέση να κοιτάξουμε αυτή τη μείωση και γενικότερα να δούμε πόσο περισσότερο μπορούμε να είμαστε και ανταποδοτικοί στους πολίτες. Τα ανταποδοτικά είναι τέλη τα οποία με τα οποία καλύπτουμε δαπάνες καθαριότητας και οδοφωτισμού, εδώ έχουμε δύο πολύ σοβαρά προβλήματα, το πρώτο είναι ότι υπάρχει τεράστια έλλειψη προσωπικού και γενικότερα στο δήμο οπότε είναι αναγκασμένοι οι δήμοι στην Ελλάδα να καταφεύγουν και σε εξωτερικούς συνεργάτες οπότε αυτό έχει ένα κόστος και υπάρχει και το θέμα της ενέργειας, του ρεύματος το οποίο πρέπει να καλύπτουμε πάλι από αυτά τα τέλη και όλοι γνωρίζουμε το τι συμβαίνει αυτ την περίοδο με την ενέργεια».
«Θεωρώ ότι από την στιγμή που θα ολοκληρωθεί η ενεργειακή κοινότητα και θα μπορούμε να έχουμε μετά από ένα δύο χρόνια δωρεάν ενέργεια για τα κτίρια του δήμου για τον οδοφωτισμό, τότε θα μπορούμε να κοιτάξουμε και μία περαιτέρω μείωση. Όλα πρέπει να γίνονται με ένα στρατηγικό σχεδιασμό, ένα προγραμματισμό και με μία μέθοδο. Θέλω να πρέπει να σας θυμίσω ότι κάποιοι δήμοι που δεν είχαν προβλέψει να κάνουν την κατάλληλη στιγμή την αύξηση είχαν φτάσει σε σημείο να κάνουν έως και 250% αυξήσεις, γιατί δε μπορούσαν να ανταποκριθούν σε όλα αυτά τα έξοδα».

